Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Πρέπει έστω για μία φορά να στο πω. Σ' αγαπάω.

Ήσουν ξαπλωμένος σ’ εκείνο το δωμάτιο του νοσοκομείου. Όταν μπήκα είχες το κεφάλι σου στραμμένο προς τη μεριά του παραθύρου. Ήρθα και στάθηκα μπροστά σου, νομίζω ότι ψιθύρισα ένα γεια κι ύστερα τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Έχω ακόμα την εικόνα σου στο μυαλό μου. Όταν ήρθαμε έστρεψες το κεφάλι σου προς τη μεριά του δωματίου. Το στόμα σου ελαφρώς ανοιχτό. Όχι για να αναπνέεις. Ανέπνεες από το λαιμό, από ένα σωλήνα. Και κάθε αναπνοή σου ακουγόταν. Κουρασμένη. Αλλά σταθερή. Σε κοίταξα στα μάτια και προσπάθησα να σκεφτώ τι μπορεί να σκεφτόσουν όλες αυτές τις ώρες. Τι μπορεί να ήθελες να πεις και δεν μπορούσες. Τα χείλη σου ήταν ξεραμένα, αχρησιμοποίητα μέρες. Τα μάτια σου όμως κοιτούσαν. Κοιτούσαν ακόμα. Το μόνο που σκέπαζε το ταλαιπωρημένο σώμα σου ήταν ένα άσπρο σεντόνι, ανακατεμένο με καλώδια, σωληνάκια και βελόνες. Τα χέρια σου ήταν έξω απ’ αυτό. Ξεραμένα κι αυτά. Ξεφλουδισμένα. Τα δάχτυλά σου πρησμένα. Τα κοιτούσα αρκετή ώρα. Φοβόμουν να σε κοιτάξω στα μάτια ξανά. Δεν ήθελα να βλέπεις ότι έκλαιγα. Ήταν η μοναδική φορά που σ’ επισκέφθηκα εκεί. Είχα έρθει ξανά, ήθελα να σε δω, να σου μιλήσω. Μα δεν τολμούσα. Ήξερα ότι θα με έπιαναν τα κλάματα και δεν ήθελα να σου προκαλέσω κι άλλο πόνο. Δεν έπρεπε να φερθώ έτσι. Έπρεπε να ‘ρθω και να σε κοιτάξω στα μάτια. Να σε κοιτάξω στα μάτια και να σου πω σ’ αγαπώ. Σ’ αγαπώ και θέλω να γίνεις καλά. Σ’ αγαπώ. Αλλά δεν μπόρεσα. Έμεινα να σε κοιτάω μέσα από τα δακρυσμένα μου μάτια και να σ’ ακούω να αναπνέεις μέσα από ‘κείνο τον σωλήνα που έβγαινε από το λαιμό σου. Δε σε ξαναείδα από τότε. Τουλάχιστον όχι ζωντανό. Πάλι με δάκρυα, που αυτή τη φορά δε θα μπορούσες να δεις, ήρθα κοντά σου. Κοίταξα το κιτρινισμένο σου πρόσωπο και φίλησα το παγωμένο σου χέρι. Μέσα στα άσπρα λουλούδια που σε κύκλωναν έμοιαζες γαλήνιος. Ή εξαντλημένος. Δεν πρόλαβα να σε ξαναδώ, δεν πρόλαβα να σου πω σ’ αγαπώ. Ποτέ μου δε σου είπα σ’ αγαπώ. Ποτέ μου. Σ’ αγαπούσα όμως. Μπορεί να μην ήμασταν πολύ στενά δεμένοι, μπορεί να μη σε καταλάβαινα πάντοτε, αλλά σ’ αγαπούσα. Δεν ήσουν ένας απλός χωριάτης, δεν ήσουν ένας απλός αγρότης. Σου άρεσε πολύ να διαβάζεις. Και είμαι σίγουρη ότι θα σου άρεσε και να ταξιδεύεις. Είχες στο δωμάτιό σου βιβλία και περιοδικά κι όποτε ξάπλωνες τα διάβαζες. Είτε στο κρεβάτι σου είτε στην πολυθρόνα σου. Θυμάμαι πως είχες μια γεωγραφία της πέμπτης δημοτικού. Το πρόσεξα όταν πήγαινα κι εγώ στην πέμπτη και είχα την ίδια. Φαντάζομαι ότι ήσουν ο μόνος που είχε εγκυκλοπαίδεια. Είχες τόσους τόμους εγκυκλοπαίδειες. Και τις διάβαζες. Νομίζω ότι τις διάβαζες. Στην τηλεόραση έβλεπες πάντα ειδήσεις. Στο ένα κανάλι μετά απ’ το άλλο. Κι έπειτα με ρωτούσες τη γνώμη μου ή με ρωτούσες αν συμφωνώ. Τι περίμενες; Να διαφωνήσω; Ένα μικρό παιδί ήμουν. Ακόμα κι αν ήξερα τι με ρωτάς, πώς θα μπορούσα ποτέ να διαφωνήσω μαζί σου; Ποτέ. Θυμάμαι που μου μίλησες. Ήταν άνοιξη, νομίζω. Αρχές άνοιξης. Ή Απρίλης. Κατάλαβες ότι καταλάβαινα. Κατάλαβες ότι στενοχωριόμουνα. Μου μίλησες. Μου είπες να μη στενοχωριέμαι, να μη λυπάμαι. Ότι ήθελες να φύγεις. Ήτανε η ώρα σου να φύγεις γι’ αυτό δεν έπρεπε να λυπάμαι και να κλαίω. Πώς να μην κλαίω όμως; Ένα μικρό παιδί είμαι ακόμα. Ένα μικρό παιδί. Δεν είσαι στον ουρανό. Ούτε στο χώμα. Μπορεί στον ουρανό να είναι η ψυχή σου, όπως πιστεύουν μερικοί. Και μπορεί το σώμα σου να είναι στο χώμα. Εσύ, όμως, εσύ, είσαι ακόμα εκεί που έζησες. Είσαι εκεί που περπάτησες, είσαι εκεί που δούλεψες. Είσαι παντού απ’ όπου πέρασες. Είσαι ακόμα εδώ. Είσαι ακόμα όπου σε θυμάμαι. Και δε θα φύγεις ποτέ. Ποτέ. Το ξέρω πως δε μπορείς να μ’ ακούσεις. Το ξέρω. Όμως πρέπει να στο πω, έστω και τώρα. Δε μπορώ να κάνω αλλιώς. Πρέπει έστω για μία φορά να στο πω. Σ’ αγαπάω. Σ’ αγαπούσα και θα σ’ αγαπάω πάντα. Ποτέ δε θα ξεχαστείς. Όπου γυρνάω το βλέμμα θα βλέπω μια εικόνα σου. Όπου πηγαίνουν τα πόδια μου θα βλέπω τα ίχνη σου. Κι όπου στρέφω την καρδιά μου θα βλέπω την αγάπη σου. Είσαι ακόμα εδώ.

2 σχόλια:

  1. ρε Ερωφίλη,κλαίω όλη την ώρα που διαβάζω, πολύ συγκινητικό κείμενο,έτσι νιώθω κι εγώ για τον παππού. Δεν ήταν ένας απλός χωριάτης, ούτε απλώς ένας αγρότης, είχε κάτι ξεχωριστό και υπέροχο η ματιά του κι η ψυχή του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πράγματι, συγκινητικό το κείμενο σου Ερωφίλη...!

    ΑπάντησηΔιαγραφή