Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Μαρίνο, δεν βρίσκω άκρη....

Δεν ξέρω αν σου άρεσε η αν μισούσες το καραόκε. Και έκλαψα χτες  βράδυ, γιατί τώρα δεν πρόκειται να μάθω ποτέ.

Ξέρω ότι έφτιαξες την πρώτη σου κιθάρα γύρω στα δεκαπέντε. Ότι έχεις σπουδάσει υποκριτική και μου είχε φανεί φοβερό και τρομερό που είχα συγγενή ηθοποιό. Ξέρω πως οδηγούσες ένα  ασημένιο γλυκούλι Σιτροέν από τότε που σε θυμάμαι κι ότι ήσουν πολύ ενημερωμένος σε θέματα τεχνολογίας. Ούτε εφτά χρονών δεν ήμουνα τότε που εσύ είχες κινητό κι έτρεχες στους λόφους και στα βουναλάκια του χωριού να βρεις σήμα με την Panafon, στο κινητό με το πορτάκι και την κεραία που έμπαινε κι έβγαινε, τότε που εμείς είχαμε ακόμα το σταθερό με τα κυκλάκια, που βάζεις μέσα το δάχτυλό σου για να τραβήξεις τον αριθμό.

Αλλά δεν ήσουν απλά γνωστός μου. Για πολλά χρόνια νόμιζα ότι είσαι ξάδερφός μου μέχρι που ανακάλυψα –και σοκαρίστηκα- ότι είσαι ξάδερφος της μαμάς μου. Ξέρω ότι για ακόμα περισσότερα χρόνια νόμιζα ότι είσαι γύρω στα δεκαπέντε χρόνια νεότερος από ό,τι πραγματικά ήσουν. Και πάλι σοκαρίστηκα, αλλά μου το επιβεβάιωσε η μαμά μου, και η θεία μου, και η άλλη θεία μου.

Ξέρω ότι εσύ μου έμαθες μουσική. Κι αν και δεν φαίνεσαι από αυτή την ιστορία ο πιο φοβερός δάσκαλος, αφού εικοσιέξι χρονών πια κι ακόμα δεν ξέρω να μεταφέρω μια μελωδία του μυαλού μου σε νότες στο χαρτί, παρόλα αυτά ισχύει. Ήταν γύρω στο 1997, τότε μου αγόρασε ο μπαμπάς το μαντολίνο. Άρα θα ήταν το καλοκαίρι του ’97, που ήρθες στο χωριό και μου έφερες μια παρτιτούρα με το «Αγάπη  που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι» -όποτε το ακούω λιώνω. Πάνω το πεντάγραμμο, από κάτω οι στροφές με τα λόγια. Το είχα, τσακισμένο στα τέσσερα, για χρόνια μαζί με τα συμπράγκαλα της μουσικής μου. Το είχα. Όπως είχα κι εσένα.
Ξέρω ότι δεν ξέρεις τι είναι τα ακτινίδια. Το ανακάλυψα –και επίσης σοκαρίστηκα, γιατί πώς γίνεται να τα ξέρω εγώ που είμαι εννιά και να μην τα ξέρεις εσύ που είσαι… πόσο, τριάντα πέντε; Τριάντα οχτρώ;;- όταν η μαμά σου ζήτησε να της πάρεις μερικά αφού πήγαινες στο σούπερ μάρκετ. Έτσι με έστειλε μαζί σου, να σου δείξω τα τρομερά ακτινίδια γιατί όπως επίσης ξέρω, ήσουν πολύ ντροπαλός, και δεν υπήρχε καμία περίπτωση να ρωτήσεις τον μαγαζάτορα «ποια είναι τα ακτινίδια παρακαλώ;».

Δεν ξέρω αν σου άρεσε γενικά ο Λουδοβίκος των Ανωγείων ή αν ήσουν από αυτούς που τους τη δίνει επειδή ψιθυρίζει. Ξέρω όμως ότι σου άρεσει ένα του τραγούδι πάρα πολύ. ‘’Ποιο το χρώμα της αγάπης, ποιος θα μου το βρει; Να ‘ναι κόκκινο σαν ήλιος θα καίει σαν φωτιά. Κίτρινο σαν το φεγγάρι , θα ‘χει μοναξιά...’’ Δεν ξέρω αν είχες μοναξιά. Ξέρω ότι σου άρεσε η παρέα, και σου άρεσε και η ησυχία.

Ξέρω ότι δεν σ’ έβλεπα να τρως πολύ συχνά, και σοκαρίστηκα ξανά όταν σε είδα να τρως δυο τοστ και μισό κουτί γεμιστά Παπαδοπούλου στην καθισιά σου. Συν μια κούπα γάλα. Ξέρω ότι σου αρέσουν τα αβγά με μπέικον, ξέρεις να μαγειρεύεις φασολάκια και λατρεύεις το παστίτσιο. Αυτά σε έχω δει να τα τρως με τα μάτια μου. Για άλλα δεν ξέρω. Α, και μακαρόνια με κόκκινη σάλτσα.
Δεν ξέρω αν αυτά που ξέρω αρκούνε. Αν είναι αρκετά για με θεωρήσει κάποιος κοντινό σου άνθρωπο. Αλλά εγώ σε θεωρώ και σε θεωρούσα πάντα δικό μου άνθρωπο. Από τότε που ήμουν εφτά χρονών και μου τσιμπούσες το μάγουλο και με πίκαρες, κι έκανα ότι θυμώνω αλλά στην πραγματικότητα χαιρόμουνα που έπαιζες μαζί μου.

 Όταν μου είπαν πως έφυγες έβαλα τα κλαμματα και δεν μπορούσα να σταματήσω για μια βδομάδα. Και τώρα που γράφω αυτά τα λόγια κλαίω, αν ήταν χαρτί θα έβλεπες τις στάμπες. Τώρα απλά μουσκεύω τα ρούχα μου κι αυτό το ξένο πληκτρολόγιο που δανείστηκα, γιατί το λάπτοπ μου έχει χαλάσει και δεν είσαι εδώ να μου το φτιάξεις. Ξέρω ότι μάλλον κι εσύ με θεωρούσες λίγο δικό σου άνθρωπο, αλλιώς δε θα καθόσουν με τις ώρες να σουλουπώνεις τα τραγούδια μου, να μου φτιάχνεις το λάπτοπ κάθε δυο μήνες, να μου δείχνεις εις μάτην τις σκάλες στην κιθάρα, να ηχογραφείς τα άθλια τραγούδια μου, που μέσα από την ενορχήστρωσή σου ακούγονταν υποφερτά. Να πηγαίνεις για μπάνια στο Σκούρο και ποδηλατάδες στη Δέρματο γιατί εγώ βαριόμουν. Να αγοράζεις έξτρα παγωτά από το Λιντλ γιατί ερχόμουν εγώ και σου τα έτρωγα. Σε θυμάμαι που καθόσουν έξω μια μέρα που ήρθα, καύσωνας, 37 βαθμοί από το πρωί, κι ότι κι είχες ανοίξει ένα ξυλάκι παγωτό όταν μπήκα στην αυλή σου. ‘’Στην κατάψυξη έχει, άμα θες πήγαινε πάρε.’’ Στην αρχή έκανα δήθεν την ντροπιάρα, μετά πήγαινα μόνη μου κάθε φορά κι άνοιγα το ψυγείο.

Δεν ξέρω αν μπορείς να μου απαντήσεις τις απορίες μου. Και ναι, το ξέρω ότι έχεις φύγει, μη βλέπεις που τα χω χάσει λίγο με τους χρόνους, μια Αόριστο, μια Ενεστώτα, μια τον μεσοβέζικο τον Παρακείμενο. Απλά ο νους μου δε λέει να το χωρέσει ότι δε θα σε ξαναδώ. Περνάω από την αυλή σου, με τη μεγάλη μουριά. Πότε κλαδεμένη, πότε φορτωμένη φύλλα, σκιερή. Και σχεδόν σε βλέπω, να κάθεσαι στην κούνια, να ‘χεις τον Λένιν στα πόδια σου και να του δίνεις χάδια, να περνάς το μεγάλο σου νύχι στη ραχοκοκκαλιά του. Τις προάλλες κατέβαινα στο Καστρί κι είδα σ’ ένα χωράφι καθώς περνούσα μια γάτα. Μου φάνηκε πως φορούσε λουρί και σταμάτησα το αμάξι στην άκρη να βεβαιωθώ, μήπως ήταν ο Λένιν. Μου είπαν κάπου στο χωριό γυρίζει αλλά δεν τον είδα.

Όχι ότι εκεί που είσαι θα ‘χεις πρόσβαση σε υπολογιστή και wi-fi, αλλά αν με κάποιο υπερκόσμιο τρόπο βλέπεις αυτά που γράφω, έλα στο όνειρό μου, φέρε την κιθάρα σου, να κάτσουμε να παίξουμε δυο τραγούδια ίσα ίσα. Πρώτα Λουδοβίκο, ‘’Ποιο το χρώμα της αγάπης’’. Κι έπειτα, ‘’Αγάπη που γινες δίκοπο μαχαίρι, κάποτε μου ‘δινες μόνο τη χαρά. Μα τώρα πνίγεις τη χαρά στο δάκρυ, δεν βρίσκω άκρη, δεν βρίσκω γιατρειά’’.

Άθελά σου, δεν είναι κατηγόρια, αλλά τώρα, κάθε φορά με πνίγει η σκέψη σου στο δάκρυ.


Να με περιμένεις. 




Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Ένα τραγούδι για καλημέρα

Καλημέρα αγαπητοί αναγνώστες!
Σήμερα ήθελα να κάνω μια ανάρτηση με μουσική, και μιας και ασχολούμαι κι εγώ με τη μουσική θέλω να μοιραστώ ένα βίντεο με ένα τραγούδι που ηχογράφησα εχθές. Το τραγούδι είναι της Ella Henderson και λέγεται Yours. Έχει πολύ όμορφο στίχο και εξαιρετική μουσική. Ακούστε το και αν θέλετε αφήστε ένα σχόλιο να μου πείτε πώς σας φάνηκε. Επίσης, μπορείτε να γίνεται συνδρομητές στο κανάλι μου στο YouTube
Καλή ακρόαση!!

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Η Αγγλία, το χιόνι και η γκαντεμιά μου

Αγαπητοί φίλοι και φίλες, γνωστοί και άγνωστοι αναγνώστες μου, αγαπητά παιδιά…


Αναφέρω από Αγγλία! Έχουν περάσει έξι μήνες από τότε που ήρθα κι όλα πάνε βάσει σχεδίου. Βρήκα δουλειά, κράτησα τη δουλειά, δουλεύω ακόμα! Και κάποια πράγματα μπορεί να μην ήταν μέρος του σχεδίου, αλλά ήταν πολύ πολύ θετικά και  ευχάριστα, οπότε καλοδεχούμενα!
Μου πήρε πολύ χρόνο να συνηθίσω τον καιρό, ένα από τα πράγματα για τα οποία ανησυχούσα πριν μισέψω και έρθω εδώ στην ξενιτιά.  Ήρθα Απρίλιο, που σημαίνει άνοιξη, και τέλος Απρίλη χιόνισε! Για λίγο, αλλά χιόνισε! Ήλιο μπορεί να μην έβλεπα για μέρες και από θερμοκρασία σχεδόν χειμώνας. Το καλοκαίρι πέρασε σαν άνοιξη, πάλι με ελάχιστη λιακάδα, με εξαίρεση τέσσερις μέρες που το θερμόμετρο έφτασε στους 27 βαθμούς υπό σκιά, το οποίο προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση και δυσανασχέτηση σχεδόν σε όλο τον πληθυσμό, εκτός από εμένα. Τις υπόλοιπες μέρες δεκαοχτώ με είκοσι βαθμούς και βροχή. Όχι πάντα βροχή, τον περισσότερο καιρό ψιχάλισμα, αλλά διαρκές ψιχάλισμα, μπορεί κι απ’ πρωί ως το βράδυ.  Κι αφού πήγα για διακοπές στην Κρήτη το Σεπτέμβρη και πήρα τη δόση καλοκαιριού και ζέστης που χρειαζόμουν, επέστρεψα έτοιμη (εδώ γελάμε!) να αντιμετωπίσω το χειμώνα. Εξοπλισμένη με παλτά, σκουφιά κασκόλ και γάντια, τα οποία σπάνια χρειάστηκα στην Ελλάδα, (αφού την περισσότερη ζωή μου την έζησα στην Κρήτη), προσεύχομαι να αρχίσει να ανεβαίνει η θερμοκρασία πριν αρχίσουν να πέφτουν τα δάχτυλά μου απ’ το κρύο!

Και ενώ λούζομαι όλο αυτό το κρύο, μέχρι και μείον έξι  μέρα μεσημέρι, χιόνι δεν έχω δει ούτε για δείγμα.  Γενικά με το χιόνι κάτι παίζει, κι όπου είμαι ποτέ δε χιονίζει. Είμαι στην Κρήτη στο χωριό, χιονίζει στη Θεσσαλονίκη. Πάω στη Θεσσαλονίκη, χιονίζει στο χωριό. Ήρθα τώρα στην Αγγλία, χιονίζει και στο χωριό και στη Θεσσαλονίκη και παντού! Τελευταία φορά που είδα χιόνι, αρκετό χιόνι ώστε να παίξεις χιονοπόλεμο και να φτιάξεις και κανένα χιονάνθρωπο, ήταν στην Αλεξανδρούπολη, όταν ήμουν ακόμη στο γυμνάσιο. Και μάλλον τότε άρχισε η γκαντεμιά μου, η οποία υποψιάζομαι ότι έχει τις ρίζες της στο νάνο-χιονάνθρωπο που μετά βίας φτιάξαμε, αλλά κατά λάθος τον γκρεμίσαμε προσπαθώντας, σαν χαζά, να κάνουμε ποδήλατο στο χιόνι! Κάτι παίχτηκε, θα μου ριξε κανένα ξόρκι χιονο-γκαντεμιάς, γιατί όπως όλοι γνωρίζουμε οι χιονάνθρωποι, πέρα από μύτες-καρότα και ξύλινα χέρια, έχουν και μαγικές ιδιότητες. Δεν εξηγείται αλλιώς.

Τέλος πάντων, δεν είναι του χαρακτήρα μου να γκρινιάζω και να παραπονιέμαι, (εδώ πάλι γελάμε!), οπότε σταματάω. Ή μάλλον κάτι τελευταίο. Μπορεί να μου πήρε αρκετό χρόνο να συνηθίσω τον καιρό, αλλά νομίζω θα χρειαστεί πάρα πολύς ακόμα για να συνηθίσω το πώς ντύνονται στο κρύο οι Άγγλοι. Οι βερμούδες πάνε σύννεφο, κυκλοφορούν με ένα πουκάμισο και χωρίς μπουφάν στους πέντε βαθμούς, μικρά παιδιά πάνε πάνω κάτω χωρίς μπουφάν, χωρίς σκουφιά, χωρίς κασκόλ να τα κρούβει και να τους κρύβει τη μούρη… Και δε φτάνει που δεν φοράνε μπουφάν, είναι και ξεζωσμένα!! Να ήταν η μάνα μου από μια γωνιά να τα δει, να φρίξει! Δε λέω, υπερβολική και η ελληνίδα μάνα με το «βάλε ζακέτα πριν βγεις» και «μπουφάν να πάρεις» και  «μη ντραπείς τους φίλους σου, εσύ αν κρυώνεις να το φορέσεις», αλλά και σορτσάκια και χωρίς μπουφάν στη μέση του χειμώνα παραπάει…

Ένιγουέι, αυτά από μένα. Σε όλους εσάς, αγαπητοί αναγνώστες, φίλες και φίλοι και αγαπητά παιδιά, εύχομαι Καλά Χριστούγεννα και Καλή Χρονιά,  να περάσετε όμορφα με τους αγαπημένους σας και μη λυπηθείτε τα μελομακάρονα, γιορτές είναι, μια δυο ατασθαλίες επιτρέπονται!!!


Εις το επανιδείν!

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Οι θυσίες, τα σπιτάκια και η αγγλικού


Όταν ήμουν στη δευτέρα δημοτικού γράφτηκα στα αγγλικά. Σχετικά μικρή δηλαδή. Κι ενώ τα πήγαινα καλά τα βαρέθηκα γρήγορα. Και σταμάτησα. Στη δευτέρα γυμνασίου αποφάσισα ότι αν θέλω να κάνω κάτι καλό στη ζωή μου, τα αγγλικά τα χρειάζομαι. Κι έτσι τα συνέχισα. Με όρεξη.

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Η Μυρτώ, η μεγάλη πόλη και τα λεφορεία



Πριν τέσσερα χρόνια και κάτι μετακόμισα. Μαζί με μένα μετακόμισαν και οι γονείς μου. Δεν εννοώ στο ίδιο σπίτι. Φύγαμε απ' τα Χανιά που ζήσαμε για 6 χρόνια, εγώ για Ρέθυμνο εκείνοι για Θεσσαλονίκη. Μαζί με τους γονείς μου και η Μυρτώ, η μικρή μου αδερφή.



Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Το εγώ, το υπερεγώ και οι συμβουλές της Δέσποινας

Σήμερα θα ήθελα να σας μιλήσω για Ψυχολογία και τη σχέση του Εγώ, του Υπερεγώ και του Εκείνου με τις συμβουλές που μας δίνουν οι γύρω μας. … Πλάκα κάνω, απλά είχα μια συζήτηση με την αδερφή μου και εμπνεύστηκα.