Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Γράμμα, δεν ξέρω πού να σε στείλω...

Κυριακή απόγευμα. Το βράδυ δεν κοιμήθηκα.
Περιμένω τηλεφώνημα από μια κοπέλα, ίσως πάμε καμιά βόλτα να ξεσκάσουμε λίγο. Αύριο, Δευτέρα, ξεμπερδεύω με τη Στατιστική. Κατάφερα και τελείωσα την ύλη. Την Πέμπτη δίνω "Ιστορική εξέλιξη της γλώσσας". Ελπίζω να κάτσω να διαβάσω.

Σου γράφω γιατί νιώθω κάπως περίεργα. Σαν τη μία να πέφτει η διάθεσή μου, την άλλη να πηγαίνει από την αντίθετη άκρη. Απλά ήθελα να σε νιώσω κοντά μου.

Και έχω και στο κεφάλι μου συνεχώς το ίδιο θέμα να με τριβελίζει. Δεν ξέρω μέχρι πότε θα μένει άλυτο. Μιλάω με γρίφους αλλά καν δεν είμαι έτοιμη να μιλάω ανοιχτά γι' αυτό. Ναι μεν πιστεύω ότι δεν είμαι έτοιμη ακόμα αλλά θα ήθελα να ξεκαθαρίσει κάπως το τοπίο. For my sanity's shake... I'm going crazy over this.

Τι άλλο να σου πω δεν ξέρω. Σήμερα μου τηλεφωνεί από το πρωί η Κ. γιατί δεν βρίσκει τον Α. στο τηλέφωνο... Οι γονείς μου θα κατεβούν στις 26 του μήνα. Φοβάμαι ότι τα πράγματα δεν πάνε και πολύ καλά εκεί πάνω. Νομίζω και οι τρεις τους αντιμετωπίζουν κάποιο - διαφορετικό- πρόβλημα.

Ελπίζω να καταφέρω να περάσω καλά το καλοκαίρι και παράλληλα να κάνω την εργασία που έχω, και τον Αύγουστο να κάτσω να διαβάσω πράγματι για την εξεταστική του Σεπτέμβρη. Φοβάμαι για το τρίτο έτος. Θα έχω μαζεμένα πολλά δύσκολα και απαιτητικά μαθήματα, εργασίες, παρακολουθήσεις και διδασκαλίες... Ο Θεός να βάλει το χέρι του... (Συγχώρα με, Θέ μου. Μόνο στα δύσκολα φαίνεται πως σε παραδέχομαι, από ανάγκη.)

Φοβάμαι ότι η γιαγιά μου δε θα ζήσει για πάντα. Πέρασαν τα χρόνια... Πότε ήταν τότε που και οι δύο μου παππούδες ήταν 65 χρονών;... Κι εγώ φορούσα μια κορδέλα στα μαλλιά... καρό φουστίνα και πουκάμισο, τέλη Γενάρη. Μια ανάμνηση από Βιάννο, το ζαχαροπλαστείο, η μπλε κλούβα, επιστροφή απ' τα αγγλικά.

Όταν εγώ φτάσω στις αντίστοιχες ηλικίες- ορόσημα της μητέρας μου, πώς θα είμαι άραγε; Τι ζωή θα ζω; Πώς θα είναι ο κόσμος μας; Ο κόσμος που μας τον κλέβουν με υποχθόνιους αλλά τόσο ολοφάνερους τρόπους... Ποιον νομίζουν ότι κοροϊδεύουν; Τα φύκια για μεταξωτές κορδέλες τ' αγοράζαμε στα 6, άντε μέχρι τα 8 γιατί θέλαμε ακόμα να πιστέψουμε στην αθωότητα, στην καλοσύνη. Γιατί τότε θέλαμε ακόμα να πιστέψουμε στο θαύμα.

Τι να σου πω; Σε ποιον μιλάω δεν ξέρω...
Κυριακή απόγευμα. Αυτή η μελαγχολία, δεν ξέρω από πού ταξίδεψε και πώς με βρήκε. Γιατί χτύπησε τη δικά μου την πόρτα; Λες να 'ρθε συστημένη; Αλλιώς πώς εξηγείς το ότι πάντα σε μένα έρχονται οι θλίψες κι οι καημοί να μου σκοτίσουν το κεφάλι;
Δεν παραπονιέμαι, μη με παρεξηγείς. Μα στη μελαγχολία μέσα, κάνω μια θλιμμένη παρατήρηση. Έτσι είμαστε εμείς, οι συστημένοι. Με μια γλυκόπικρη ματιά πότε θυμόμαστε το μακρινό μας παρελθόν πότε ατενίζουμε το μακρινό μας μέλλον. Κι έρχεται το παρόν, το μέλλον μας το χθεσινό, και πάει στο παρελθόν μας. Κι εμείς, πίσω από κάτι κιάλια- γίγαντες κρυβόμαστε, από απόσταση, μην τύχει κι οσφριστούμε από κοντά τη ζωή μας. Μην τύχει κι αγγίξουμε τη ζωή κάποιου κατά λάθος, κι αναγκαστούμε τη βολή της ατονίας μας ν' αφήσουμε.

Κι όμως, προσποιούμαι πως ζω. Χτύπησε το τηλέφωνο. Η συμφοιτήτρια που σου 'λεγα. Μιλάω με χαμόγελο και κανονίζω ραντεβού 4 Μάρτυρες. Ας χτενίσω τα μαλλιά μου πριν φύγω... Άλλωστε προσποιούμαι πως ζω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου