Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2010

Κάποτε πέθαινα για σένα

Κάποτε πέθαινα για σένα
για μια ματιά σου, για μια αγκαλιά σου
ήμουν μισή χωρίς εσένα
ήμουν για σένα το πείραμά σου.
Είπα θα πέθαινα για σένα
αν μ' αγαπούσες και το ζητούσες
ή αν κάτι απειλούσε εσένα
για να μπορούσες εσύ να ζούσες.

Τώρα αν πεθάνω θα 'ναι για μένα
χωρίς κανένα μεσολαβητή
θα βάλω γκάζια, θα κόψω τα φρένα
και θα παριστάνω το νικητή.

Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

ΕΠ-ικό χιούμορ με κρητική διάθεση...

Αριστερά 'ναι η καρδιά
μα 'γω πονώ στη μέση
γιατί εκειά μου κάθεσαι
σ' αρέσει δε σ' αρέσει... :)

Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

Του σκοταδιού το φόρεμα

Του σκοταδιού το φόρεμα
φόρεσε φως μου κι έλα
για να μας έβρει το πρωί
μαζί στην ίδια τρέλα.

Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

Ξύπνησα μες τον ύπνο μου...

Ξύπνησα μες τον ύπνο μου
κι άκουσα δυο φωνές
η μια μου είπε άκου με και πάψε πια να κλαις*
η απόφαση ήτανε δική σου
να κόψεις ολωνών των τρένων τις γραμμές
τώρα προσπάθα και κοιμήσου
να ξέρεις όμως ότι φταις.
Τα χρόνια είν' αμέτρητα
κι είν' η ζωή φριχτή
συνήθισα να στέκομαι ή να 'μαι καθιστή
μα είναι τα χρόνια ένα αστείο
κι εγώ συνήθισα να κλαίω και στις γιορτές**
και δε μπορώ να πλησιάσω
κανέναν κι είμαι πάντα μόνη- όσο κι αν θες***
δε σε αφήνω
και σε ακούω όταν πίνω να μου λες
να ξέρεις φίλε ότι φταις.
Το παραμύθι τέλειωσε
μα πού είναι η ζωή
αχ να 'ταν η αλήθεια μου γραμμένη στο χαρτί****
τι να την κάνω τη ζωή μου
στο παραμύθι θα τη ρίξω να πνιγεί
να παραμυθιαστεί η ψυχή μου
να με πιστέψει πάλι από την αρχή
όταν θα λέω πως δε φοβάμαι
μα εσύ θα βρίσκεις πάντα τρόπο και θα λες
κατάλαβέ το, εσύ φταις.


* Την άλλη την άκουσα μεν αλλά πολύ αχνά...
** Κυριακές, γιορτές και σχόλες... συν τις καθημερινές.
*** Το ότι δε θες είναι άλλο θέμα, δε θα το ανοίξω τώρα...
**** Μπας και μπορέσω να καταλάβω ποια είναι επιτέλους πια.

Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

Ήταν ανάγκη να ξυπνήσω;

Σήμερα έβλεπα το πιο υπέροχο όνειρο!...
Στην αρχή έτρεχα μέσα στις εξοχές πάνω σ' ένα καφέ άλογο...Έτρεχα, έτρεχα... Δηλαδή, το άλογο έτρεχε, εγώ απλώς πήγαινα!
Μετά σταματήσαμε σε κάποιο παραθαλάσσιο χωριό που συναντήσαμε, και παρόλο που δεν παρήγγειλα γλυκό από το μαγαζί που έκατσα, μόνο πορτοκαλάδα, πάλι ωραία ήτανε.
Μετά κάποιος μου έφερε κάτι ΞΥΣΤΟ, δυο, τρία δηλαδή... Ε, στο τελευταίο... ναι!!!! νίκησα!!!!
Όχι αστεία... Τρία εκατομμύρια, εξήντα έξι χιλιάδες και κάτι ψιλά (που δεν μπήκα καν στον κόπο να διαβάσω...) Τι χαρά ήταν αυτή...
Ήταν ανάγκη να ξυπνήσω; Δεν μπορούσα να κοιμάμαι άλλες πέντε- έξι ώρες και να ονειρεύομαι μαζί με τα τρία εκατομμύρια και τις εξήντα έξι χιλιάδες του ξυστού;
Αλλά βέβαια και να συνέχιζα να κοιμάμαι δεν ξέρω κατά πόσο θα ήταν ευχάριστο το όνειρο... Γιατί πριν ξυπνήσω, έδειξα μέσα στην καλή χαρά το ξυστό στη μαμά μου, κι εκείνη άρχισε να μου λέει να μην περιμένω να μου δώσουν τα λεφτά, και ότι καλά, δεν είχα ακούσει την ιστορία με ένα ξυστό που είχε βγει και την είχανε πατήσει άνθρωποι και άνθρωποι...
Αρνούμενη φυσικά να δεχτώ την καταστροφή του ονείρου μου ακόμα πριν καλά καλά το δω, ξύπνησα... Και δεν ξύπνησα κανονικά. Ξύπνησα χτυπώντας τις γροθιές μου στο κρεβάτι, φωνάζοντας "γιατί, ρε μαμά;;;..." και κλαίγοντας που ούτε ένα όνειρο της προκοπής δε μπορώ πια να δω, χωρίς να 'ρθει κάποιος και να μου το κάνει θρύψαλα...