Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

Ο δρόμος

Ο δρόμος άδειος, δε φιλοξενεί παρέες
ήρθε χειμώνας, περνάνε οι μέρες
έριξε χιόνια και πρωτοβρόχια
ο δρόμος ο άδειος

Ο δρόμος άδειος, δεν έχει πια ήλιο
ήρθαν τα σύννεφα, ήρθε το κρύο
καιρός θλιμμένος, συνέχεια κλαίει
ο δρόμος ο άδειος

Ο δρόμος άδειος, ερήμωσε ολότελα
κανείς δεν έρχεται, κανένας δε φεύγει
όλοι χάνονται, κανείς δεν ξεφεύγει
απ' το δρόμο τον άδειο

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Μπορεί να 'ναι χαρά...

Δεν ξέρω των άλλων ανθρώπων τη σκέψη,
τον κόσμο.
Ούτε τη δική μου σκέψη ξέρω, παρ' ότι τη σκέφτομαι
ούτε το δικό μου κόσμο ξέρω, παρ' ότι τον ζω.
Δε θέλω να τα γνωρίσω, θα 'ναι λύπη.
Δε θέλω να τα ζω, είναι θάνατος.
Δεν έχω βοήθεια, δε μπορώ να εκφραστώ.
Δε θέλω βοήθεια, δε θέλω να εκφραστώ.
Θέλω να τελειώσουν- τελειώνει ο θάνατος;
Θέλω βοήθεια χωρίς την έκφραση- γίνεται;
Θέλω να μάθω του δικού μου ανθρώπου τη σκέψη,
τον κόσμο.
Ούτε των άλλων ανθρώπων τη σκέψη ξέρω, παρ' ότι ακούω
ούτε των άλλων ανθρώπων τον κόσμο ξέρω, παρ' ότι ζω
θέλω να τα γνωρίσω, μπορεί να 'ναι χαρά... 05/12/07

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

Πείνα

Παιδιά πεινούν και πεθαίνουν,
εμείς μπουχτίσαμε.
Μοιάζει πως δε φταίμε εμείς
μα η κατάντια από μας πηγάζει.
Ο άνθρωπος που μπούχτισε πεινάει
κι ίσως ακόμα πιο πολύ απ' αυτόν
που δεν έχει να φάει.
Γιατί είναι ίσως χειρότερο
το να πεθαίνεις μέσα σου
και να ζεις χωρίς να εκπροσωπείς τον εαυτό σου.
Ο ψυχικός θάνατος είναι χειρότερος
από το φυσικό,
ακριβώς γιατί δεν είναι φυσικός.
Για να βοηθήσεις πεινασμένα παιδιά
δεν πρέπει να 'σαι απλώς χορτάτος.
Πρέπει να 'χεις χορτάσει την πεινα
της ψυχής σου.
Μα που να βρεις τέτοιο φαϊ
τώρα
που μόνο απόμεινε τροφή
για τα σκυλιά και τα σκουλήκια; 17/03/08

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

Αυτοσυγκράτηση ή υποταγή;

Αυτό που θέλω να το πω
κι όχι να δείξω
ποτέ δεν πρόφερα.
Ίσως αυτοσυγκράτηση.
Μα θα το πω υποταγή.
Δε φτάνει ο ψίθυρος
όταν το μέσα σου πληγώνει μια κραυγή.
Δε σου επιβάλλεται
των άλλων η πυγμή,
εσύ στη δύναμή τους υποκύπτεις.
Όχι πως είσαι αδύναμος
αυτοί είναι δυνατοί, θα πεις.
Κι αρκείσαι στους ψιθύρους,
στα σημάδια, στη σιωπή.
Τον εαυτό σου ξεγελάς
πως κάποτε θα 'ρθει η στιγμή.
Μα ύστερα όταν θυμάσαι
εκεί 'ναι που θα λες
"λίγο μονάχα θάρρος πιο πολύ..."

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Πρέπει έστω για μία φορά να στο πω. Σ' αγαπάω.

Ήσουν ξαπλωμένος σ’ εκείνο το δωμάτιο του νοσοκομείου. Όταν μπήκα είχες το κεφάλι σου στραμμένο προς τη μεριά του παραθύρου. Ήρθα και στάθηκα μπροστά σου, νομίζω ότι ψιθύρισα ένα γεια κι ύστερα τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Έχω ακόμα την εικόνα σου στο μυαλό μου. Όταν ήρθαμε έστρεψες το κεφάλι σου προς τη μεριά του δωματίου. Το στόμα σου ελαφρώς ανοιχτό. Όχι για να αναπνέεις. Ανέπνεες από το λαιμό, από ένα σωλήνα. Και κάθε αναπνοή σου ακουγόταν. Κουρασμένη. Αλλά σταθερή. Σε κοίταξα στα μάτια και προσπάθησα να σκεφτώ τι μπορεί να σκεφτόσουν όλες αυτές τις ώρες. Τι μπορεί να ήθελες να πεις και δεν μπορούσες. Τα χείλη σου ήταν ξεραμένα, αχρησιμοποίητα μέρες. Τα μάτια σου όμως κοιτούσαν. Κοιτούσαν ακόμα. Το μόνο που σκέπαζε το ταλαιπωρημένο σώμα σου ήταν ένα άσπρο σεντόνι, ανακατεμένο με καλώδια, σωληνάκια και βελόνες. Τα χέρια σου ήταν έξω απ’ αυτό. Ξεραμένα κι αυτά. Ξεφλουδισμένα. Τα δάχτυλά σου πρησμένα. Τα κοιτούσα αρκετή ώρα. Φοβόμουν να σε κοιτάξω στα μάτια ξανά. Δεν ήθελα να βλέπεις ότι έκλαιγα. Ήταν η μοναδική φορά που σ’ επισκέφθηκα εκεί. Είχα έρθει ξανά, ήθελα να σε δω, να σου μιλήσω. Μα δεν τολμούσα. Ήξερα ότι θα με έπιαναν τα κλάματα και δεν ήθελα να σου προκαλέσω κι άλλο πόνο. Δεν έπρεπε να φερθώ έτσι. Έπρεπε να ‘ρθω και να σε κοιτάξω στα μάτια. Να σε κοιτάξω στα μάτια και να σου πω σ’ αγαπώ. Σ’ αγαπώ και θέλω να γίνεις καλά. Σ’ αγαπώ. Αλλά δεν μπόρεσα. Έμεινα να σε κοιτάω μέσα από τα δακρυσμένα μου μάτια και να σ’ ακούω να αναπνέεις μέσα από ‘κείνο τον σωλήνα που έβγαινε από το λαιμό σου. Δε σε ξαναείδα από τότε. Τουλάχιστον όχι ζωντανό. Πάλι με δάκρυα, που αυτή τη φορά δε θα μπορούσες να δεις, ήρθα κοντά σου. Κοίταξα το κιτρινισμένο σου πρόσωπο και φίλησα το παγωμένο σου χέρι. Μέσα στα άσπρα λουλούδια που σε κύκλωναν έμοιαζες γαλήνιος. Ή εξαντλημένος. Δεν πρόλαβα να σε ξαναδώ, δεν πρόλαβα να σου πω σ’ αγαπώ. Ποτέ μου δε σου είπα σ’ αγαπώ. Ποτέ μου. Σ’ αγαπούσα όμως. Μπορεί να μην ήμασταν πολύ στενά δεμένοι, μπορεί να μη σε καταλάβαινα πάντοτε, αλλά σ’ αγαπούσα. Δεν ήσουν ένας απλός χωριάτης, δεν ήσουν ένας απλός αγρότης. Σου άρεσε πολύ να διαβάζεις. Και είμαι σίγουρη ότι θα σου άρεσε και να ταξιδεύεις. Είχες στο δωμάτιό σου βιβλία και περιοδικά κι όποτε ξάπλωνες τα διάβαζες. Είτε στο κρεβάτι σου είτε στην πολυθρόνα σου. Θυμάμαι πως είχες μια γεωγραφία της πέμπτης δημοτικού. Το πρόσεξα όταν πήγαινα κι εγώ στην πέμπτη και είχα την ίδια. Φαντάζομαι ότι ήσουν ο μόνος που είχε εγκυκλοπαίδεια. Είχες τόσους τόμους εγκυκλοπαίδειες. Και τις διάβαζες. Νομίζω ότι τις διάβαζες. Στην τηλεόραση έβλεπες πάντα ειδήσεις. Στο ένα κανάλι μετά απ’ το άλλο. Κι έπειτα με ρωτούσες τη γνώμη μου ή με ρωτούσες αν συμφωνώ. Τι περίμενες; Να διαφωνήσω; Ένα μικρό παιδί ήμουν. Ακόμα κι αν ήξερα τι με ρωτάς, πώς θα μπορούσα ποτέ να διαφωνήσω μαζί σου; Ποτέ. Θυμάμαι που μου μίλησες. Ήταν άνοιξη, νομίζω. Αρχές άνοιξης. Ή Απρίλης. Κατάλαβες ότι καταλάβαινα. Κατάλαβες ότι στενοχωριόμουνα. Μου μίλησες. Μου είπες να μη στενοχωριέμαι, να μη λυπάμαι. Ότι ήθελες να φύγεις. Ήτανε η ώρα σου να φύγεις γι’ αυτό δεν έπρεπε να λυπάμαι και να κλαίω. Πώς να μην κλαίω όμως; Ένα μικρό παιδί είμαι ακόμα. Ένα μικρό παιδί. Δεν είσαι στον ουρανό. Ούτε στο χώμα. Μπορεί στον ουρανό να είναι η ψυχή σου, όπως πιστεύουν μερικοί. Και μπορεί το σώμα σου να είναι στο χώμα. Εσύ, όμως, εσύ, είσαι ακόμα εκεί που έζησες. Είσαι εκεί που περπάτησες, είσαι εκεί που δούλεψες. Είσαι παντού απ’ όπου πέρασες. Είσαι ακόμα εδώ. Είσαι ακόμα όπου σε θυμάμαι. Και δε θα φύγεις ποτέ. Ποτέ. Το ξέρω πως δε μπορείς να μ’ ακούσεις. Το ξέρω. Όμως πρέπει να στο πω, έστω και τώρα. Δε μπορώ να κάνω αλλιώς. Πρέπει έστω για μία φορά να στο πω. Σ’ αγαπάω. Σ’ αγαπούσα και θα σ’ αγαπάω πάντα. Ποτέ δε θα ξεχαστείς. Όπου γυρνάω το βλέμμα θα βλέπω μια εικόνα σου. Όπου πηγαίνουν τα πόδια μου θα βλέπω τα ίχνη σου. Κι όπου στρέφω την καρδιά μου θα βλέπω την αγάπη σου. Είσαι ακόμα εδώ.

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Χωρίς τίτλο

Κανείς δε ρωτάει τι κάνεις
θα τους πεις καλά
Κανείς δε ρωτάει αν αντέχεις
θα τους πεις πολλά
Κανείς δε ρωτάει πώς μπορείς
θα τους πεις μόνος
Κανείς δε ρωτάει τι έκανες
θα τους πεις άθλους
Κανείς δε ρωτάει τίποτα
θα τους πεις τα πάντα
Μα εγώ σε ρωτώ αν μ' αγαπάς
και σ' έκανα άθελά μου να σωπάσεις. 05/03/08

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Μα εσύ έχεις φύγει...

Άδειο δωμάτιο
μόνο έπιπλα
μόνο άτομα
ένα γραφείο εκεί η ντουλάπα
βιβλιοθήκες κρεβάτια
καλοριφέρ καλώδια
μόνο εσύ λείπεις
κι είναι τόσο
μα τόσο άδειο το δωμάτιο
Κι όλο διαβάζω
παντού βιβλία με γράμματα
βιβλία αρχαίων
Πλάτωνα κι Αριστοτέλη
βιβλία λατινικών
έκθεσης ιστορίας
κι όλο γράμματα γράμματα
που δε θέλω να μάθω τι λένε
και περιμένω τα δικά σου μ' αγωνία
κι όλο καθυστερούν
κι όλο είναι λίγα
κι όλο διαβάζω
τα παλιά και πολυδιαβασμένα
με τα στρογγυλά σου γράμματα
μέσα σ' αυτά σε ψάχνω
μα έχεις φύγει... 10/02/08

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Είναι φορές...

Είναι φορές που σκέφτομαι για ώρες μανιωδώς
και προσπαθώ μια έξοδο στο δρόμο μου να βρω
μέχρι το τέρμα φαίνεται τόσο μακρύς καιρός
χωρίς μια στάση άμεσα λέω πως θα τρελαθώ.
Είναι φορές που βρίσκομαι για ώρες μακριά
τόσο βαθιά στις σκέψεις μου χαμένη η ψυχή μου
όσα συμβαίνουν γύρω μου τίποτα δεν ξυπνά
τη νάρκη που κυρίευσε πια τη συνείδησή μου.
Είναι φορές που η ζωή φαίνεται μια σταλιά
την παρασέρνει ο άνεμος και γρήγορα κυλάει
κι άλλοτε λες και μπλέχτηκε σε μια μαύρη θηλιά
φοβάται μήπως κρεμαστεί και βήμα δεν κουνάει...

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

Πιστή εξίσωση

Έπαψα να πιστεύω σε μια ανώτερη δύναμη που κυβερνάει τον κόσμο ή σε έναν ανώτερο σκοπό στη ζωή που έγκειται στη σωτηρία της ψυχής μετά θάνατο κι έτσι απέμεινα μόνη μου κι απόγινα έρμαιο των σκέψεών μου. Και δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να βάλει φρένο στις σκέψεις μου. Δεν πιστεύω σε τίποτα, δεν έχω ιδανικά, δεν έχω αξίες…
Θέλω να βρω το νόημα στη ζωή, σ’ αυτή τη ζωή, όχι σε μεταθανάτιες προεκτάσεις της. Δεν πιστεύω στη μετά θάνατον ζωή εξάλλου. Το νόημα σ’ αυτή τη ζωή θα μπορούσε να είναι η οικογένεια, αλλά ποτέ δε με συγκίνησε ιδιαίτερα ώστε να το βάλω ανάμεσα στις προτεραιότητές μου, πόσο μάλλον να το κάνω σκοπό της ζωής μου. Ίσως η αγάπη γενικότερα, όχι στα πλαίσια μιας οικογένειας, να μου ταίριαζε καλύτερα ως νόημα της ζωής. Όμως η άρνησή μου για κοινωνικότητα και κοινωνική αλληλεπίδραση είναι ένα πρόβλημα. Ίσως τα λεφτά, ναι, θα μπορούσα να βρω στα λεφτά το νόημα της ζωής μου. Όμως όχι, ούτε αυτό είναι αρκετά καλό. Με την απουσία ενός ανώτερου προορισμού και την πίστη ότι όταν πεθάνεις η ζωή σου τελειώνει, η συνείδησή σου νεκρώνεται και το σώμα αραχνιάζει, τίποτα δε φαίνεται αρκετά αξιόλογο ώστε να βάλεις τον εαυτό σου στο παιχνίδι της ζωής. Ή να κρατήσεις τον εαυτό σου σ’ αυτό το παιχνίδι…

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

Λίγη αγάπη

Ένας ξένος, μόνος, πονεμένος
μένει μονάχος για πάντα θλιμμένος
ίχνος αγάπης δεν υπάρχει για 'κείνον
που κανέναν δεν ξέρει και μόνο υποφέρει.
Κάθεται κάτω στο χαλί το δικό του
με χίλια μάτια κοιτά και ψάχνει το θησαυρό του
ένα φως απλώνεται στην όψη του
ένα φως που δεν είναι του ήλιου.
Τα μάτια του γκρίζα ξεθωριασμένα,
σαν να πληρώνει έτσι το φόρο του στο χρόνο,
παίρνουν το χρώμα της καρδιάς του
άσπρο της αγάπης.
Της αγάπης που ξέχασε να δώσει
αυτής που δεν έτυχε να πάρει
και που πάντοτε πεθυμά να ζήσει
χωρίς αυτό να μπορεί ποτέ να εξηγήσει.
Πέφτει σιγά η νύχτα
η μέρα έχει φύγει
-αχ, δώστε μου, να, λίγη...-
δεν πρόλαβε να πει και ------- 31/12/07